ἐρωτηματικός

ἐρωτ-ηματικός, ή, όν,
A interrogative,

ὄνομα D.T.636.11

;

χρεῖαι Hermog. Prog.3

. Adv.-κῶς TheoProg.4, Sch.Ar.Nu.1225, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρωτηματικός — interrogative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτηματικός — ή, ό (AM ἐρωτηματικός, ή, όν) [ερώτημα] 1. αυτός που περικλείει ερώτηση, αυτός που αναφέρεται σε ερώτηση («ερωτηματικές προτάσεις», «ερωτηματικές αντωνυμίες», «ερωτηματικά επιρρήματα») 2. αυτός που έχει έκφραση απορίας ή αμηχανίας ή αμφιβολίας… …   Dictionary of Greek

  • ερωτηματικός — [еротиматикос]εκ. вопросительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ερωτηματικός, -ή — ό επίρρ. ά 1. αυτός που περιέχει ερώτηση, που γίνεται με ερώτηση, που χρησιμοποιείται στην ερώτηση: Ερωτηματική αντωνυμία. 2. το ουδ. ως ουσ., ερωτηματικό σημείο στίξης που δηλώνει ότι η λέξη ή η πρόταση είναι ερώτηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρωτηματικά — ἐρωτηματικός interrogative neut nom/voc/acc pl ἐρωτηματικά̱ , ἐρωτηματικός interrogative fem nom/voc/acc dual ἐρωτηματικά̱ , ἐρωτηματικός interrogative fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικῶν — ἐρωτηματικός interrogative fem gen pl ἐρωτηματικός interrogative masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικόν — ἐρωτηματικός interrogative masc acc sg ἐρωτηματικός interrogative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικαί — ἐρωτηματικός interrogative fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικοί — ἐρωτηματικός interrogative masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικοῦ — ἐρωτηματικός interrogative masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτηματικούς — ἐρωτηματικός interrogative masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.